• Eλληνικά
  • English
ΑρχικήΑρχική
ΒιογραφίαΒιογραφία
ΈργοΈργο
ΔισκογραφίαΔισκογραφία
ΣυμμετοχέςΣυμμετοχές
ΣυνεργασίεςΣυνεργασίες
ΦεστιβάλΦεστιβάλ
ΕπιλογέςΕπιλογές
ΜουσικήΜουσική
ΦωτογραφίεςΦωτογραφίες
ΤύποςΤύπος
ΣυνεύντευξηΣυνεύντευξη
Δελτία ΤύπουΔελτία Τύπου
ΕπικοινωνίαΕπικοινωνία
ΝέαΝέα


g







Συνέντευξη
Ευρετήριο άρθρων
Συνέντευξη
Σελίδα 2
Σελίδα 3
Σελίδα 4
Σελίδα 5

 

Γιατί μπορείς να κλάψεις;

Για οτιδήποτε με λυπεί και με συγκινεί... Κάποτε ένας γέροντας – άφοβος άνθρωπος που ‘χε πάει στο πόλεμο – λίγο πριν πεθάνει μου ‘πε μια μαντινάδα: «Με τους μικρούς ήμουν μικρός, με τς’ άντρες αντρειωμένος / με τους παραπονιάρηδες, πιο παραπονεμένος». Τη φύλαγε τη μαντινάδα να μας τη πει στα τελευταία του. Κι έκλαψε και συγκίνησε κι εμένα. «Μην κλαις» του λέω «θείε». «Άντρας που δε κλάψει», μου λέει, «δε μπαίνει στη φωτιά». Και μετά τον ρωτώ «Εφοβήθηκες ποτέ στο πόλεμο;». Μου λέει: «Πολλές φορές φοβήθηκα, αλλά έλεγα: “όποιος πεθάνει με πολλούς, θάνατο δε φοβάται”. Κι έμπενα μπρος και σκοτώνονταν οι φοβιτσιάρηδες»... Καλά δεν τα ΄πε;


Πολύ καλα!

Που λένε ότι οι άντρες δε κλαίνε! Ποιός δε κλαίει;


ΨαραντώνηςΑυτοί ήταν οι δάσκαλοί σου;

Αυτοί ήταν οι δάσκαλοί μου και αυτούς θυμούμαι και είμαι τυχερός που πρόλαβα τέτοιες φυσιογνωμίες στη ζωή μου.


Τον Χατζιδάκι τον έχεις γνωρίσει;

Ναι, τότε που έκανε τις εκδηλώσεις στ’ Ανώγεια. Μ’ αγαπούσε πολύ. Όταν έπαιξα πρώτη φορά στους αγώνες κρητικής λύρας – μη τα γράψεις αυτά, θα λένε ότι κοκορεύομαι – είπε στους άλλους στην επιτροπή: «Εμείς τι κάνουμε εδώ; Αυτός πάει χιλιάδες χρόνια μπροστά και χιλιάδες χρόνια πίσω». Και σηκώθηκε όρθιος και χειροκρόταγε.


Φαντάζομαι ότι αυτά τα λόγια είναι από τα καλύτερα που έχεις ακούσει.

Ναι, γιατί τα λέει ένας αληθινός καλλιτέχνης. Είναι το φυσικό αυτό. Σμίγουν οι καλλιτέχνες, συννενοούνται. Είναι σα τα ψηλά βουνά: βλέπουν το ένα το άλλο κι αγαπιούνται... Εγώ κάθε χρόνο πάω στις Μοίρες ν’ ακούσω τον Κλάδο τον Λεωνίδη που παίζει λύρα. Να δω πως πιάνει το όργανο, πως κάνει εισαγωγές, πως το ψειρίζει...


Νοσταλγείς παλιές εποχές της ζωής σου;

Ε, βέβαια. Νοσταλγώ τα παιδικά μου χρόνια όταν μάθαινα κι έπαιζα μουσική, πως άκουγα τον Νίκο που έπαιζε τόσο ωραία και τραγουδούσε τόσο ωραία. Ήταν το σπίτι μας δίπλα στην εκκλησία, ένα στενάκι δύο μέτρα μας χώριζε, και ακούγαμε συνέχεια τους ψάλτες. Και θυμούμαι τον Νίκο που ανέβαινε στο κρεβάτι, έβαζε μια κουβέρτα γύρω του κι αρχίναγε να ψέλνει. Κι έψελνα κι εγώ!


Σκέφτεσαι συχνά το Νίκο;

Κάθε μέρα. Δε γεννήθηκε άλλος άνθρωπος πλήρης σαν κι αυτόν. Όμορφος, λεβέντης, άνθρωπος αληθινός...


Καλύτερος μουσικός από ‘σένα;

Ουυουυ πολύ!


Είσαι ευχαριστημένος απ’ το πως πήγε η ζωή σου ως τώρα;

Είναι τόσο ταλαιπωρημένη, αλλά είμαι ευχαριστημένος. Πολύ, πολύ ευχαριστημένος! Η ζωή είναι μια μάχη. Απ’ όταν γεννηθεί ο άνθρωπος μάχεται να βρει βυζί να φάει, μάχεται να σηκωθεί, να περπατήσει. Μέχρι να ΄ρθει μια αυγή να φτάσει στην άλλη πόρτα και να φύγει.


Αν δεν ήσουν μουσικός, τι θα ‘θελες να ήσουν;

Θα ΄θελα να ‘χα αίγες και πρόβατα και να καθόμουν στα όρη πάνω.


Παίζεις ποτέ μουσική στα ζώα;

Ναι αμέ! Στα πρόβατα, στα πουλιά, σ’ όλα τα ζώα. Κι άμα παίζεις όμορφα, σιγά, αρέσεις και δεν φεύγουνε. Έχω βρει ένα δέντρο στο Ιδαίο Άντρο που ‘χει μια μεγάλη κουφάλα. Το βράδυ εκεί μαζεύονται πουλιά. Πολλά πουλιά! Μόλις μπω στην κουφάλα αυτά τρομάζουν και φεύγουν. Αρχινάω να παίζω τη λύρα και τα πουλιά έρχονται πάλι. Κάθονται στα κλαδιά, ακούνε, γυρίζουν πότε-πότε τα κεφαλάκια τους, αλλά δε σε βλέπουν. Και σε μια στιγμή αρχινούνε να κελαηδάνε και αυτά. Και μπορεί να γαβγίσει ο σκύλος, να φωνάξουν τα πρόβατα, οι αίγες... Και κάνουνε όλοι μαζί μουσική.